Dictionnaire Français - Grec
transporter = μεταφέρω
travailler = εργάζομαι
traverser = διασχίζω
unifier = ενοποιώ
uniforme (m/f) = στολή
unir = ενώνω
uploader = ανεβάζω (σε διαδίκτυο)
urbaniser = αστικοποιώ
uriner = ουρώ
user = φθείρω, χρησιμοποιώ υπερβολικά
utiliser = χρησιμοποιώ
vacciner = εμβολιάζω
vaincre = νικώ
valider = επικυρώνω, εγκρίνω
valoir = αξίζω
valoriser = αναδεικνύω, αξιολογώ
varier = ποικίλλω
veiller = φροντίζω, προσέχω
vendre = πουλώ
venir = έρχομαι
