Dictionnaire Français - Grec
dormir = κοιμάμαι
douter = αμφιβάλλω
échanger = ανταλλάσσω
échapper = ξεφεύγω
éclater = σκάω, εκρήγνυμαι
écouter = ακούω
écrire = γράφω
effacer = σβήνω
élargir = διευρύνω
élever = ανυψώνω, μεγαλώνω
embaucher = προσλαμβάνω
émerger = εμφανίζομαι, αναδύομαι
emmener = παίρνω (κάποιον μαζί μου)
emploi du temps = πρόγραμμα (π.χ. σχολικό ή εργασίας)
- le emploi du temps => l'emploi du temps = το πρόγραμμα
employer = απασχολώ, χρησιμοποιώ
encourager = ενθαρρύνω
enlever = αφαιρώ, βγάζω
