Dictionnaire français - grec

docteur

docteur

  • le docteur => ο γιατρός

Exemples:

1. Le docteur est arrivé à l’hôpital. – Ο γιατρός έφτασε στο νοσοκομείο.
2. Le docteur va examiner le patient. – Ο γιατρός θα εξετάσει τον ασθενή.
3. Le docteur est très compétent. – Ο γιατρός είναι πολύ ικανός.
4. J’ai rendez-vous avec le docteur demain. – Έχω ραντεβού με τον γιατρό αύριο.
5. Le docteur a prescrit un médicament. – Ο γιατρός συνταγογράφησε ένα φάρμακο.
6. Le docteur est spécialisé en cardiologie. – Ο γιατρός είναι ειδικευμένος σε καρδιολογία.
7. Le docteur a expliqué la situation à la famille. – Ο γιατρός εξήγησε την κατάσταση στην οικογένεια.
8. Le docteur a recommandé une opération. – Ο γιατρός σύστησε μια επιχείρηση.
9. Le docteur est très aimé de ses patients. – Ο γιατρός είναι rất αγαπητός από τους ασθενείς του.
10. Le docteur a travaillé toute la nuit. – Ο γιατρός δούλεψε όλη τη νύχτα.
11. Le docteur est en congé cette semaine. – Ο γιατρός είναι »w######
12. Le docteur va faire une conférence. – Ο γιατρός θα δώσει μια διάλεξη.
13. Le docteur a reçu muites distinctions. – Ο γιατρός έλαβε πολλές διακρίσεις.
14. Le docteur est membre de l’ordre des médecins. – Ο γιατρός είναι μέλος του ιατρικού συλλόγου.
15. Le docteur a soigné beaucoup de malades. – Ο γιατρός φρόντισε πολλούς ασθενείς.
16. Le docteur a inventé un nouveau médicament. – Ο γιατρός έφτιαξε ένα νέο φάρμακο.
17. Le docteur est très attentionné avec ses patients. – Ο γιατρός είναι πολύ προσεκτικός με τους ασθενείς του.
18. Le docteur a passé beaucoup d’années à étudier. – Ο γιατρός έπασε πολλά χρόνια σπουδάζοντας.
19. Le docteur a une grande expérience. – Ο γιατρός έχει μεγάλη εμπειρία.
20. Le docteur est considéré comme un grand spécialiste. – Ο γιατρός θεωρείται ως μεγάλος ειδικός.